Μετάδοση

Μετάδοση HPV

Ο ΗPV είναι σεξουαλικά μεταδιδόμενος ιός. Οποιοδήποτε σεξουαλικά ενεργό άτομο μπορεί να προσβληθεί από τον HPV. Οι τύποι του HPV που προκαλούν τα κονδυλώματα μεταδίδονται, όταν το δέρμα ενός ατόμου που έχει μολυνθεί έρχεται σε επαφή με το δέρμα ενός υγιούς ατόμου.

 

Ο HPV μπορεί να μεταδοθεί με τη δερματική επαφή ακόμη και αν το άτομο που έχει μολυνθεί δεν έχει εμφανίσει τις χαρακτηριστικές δερματικές αλλοιώσεις. Απαιτείται άμεση επαφή των αλλοιώσεων από HPV με δέρμα ή με βλεννογόνο για να μεταφερθεί ο ιός. Ωστόσο, η απλή μεταφορά του ιού από άτομο σε άτομο δεν είναι συνήθως ικανή να δημιουργήσει φλεγμονή. Πρέπει να υπάρξει τριβή και να προκύψουν μικροτραυματισμοί για να εισχωρήσει ο ιός στο επιθήλιο. Γι’ αυτό, η σεξουαλική επαφή (κολπική ή πρωκτική) αποτελεί τον ευκολότερο τρόπο μετάδοσης για τους HPV.

 

Άλλοι τύποι σεξουαλικής επαφής – τριβή των γεννητικών οργάνων με το χέρι ή μεταξύ τους, στοματο-γεννητική επαφή είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε φλεγμονή, εφόσον υπάρχουν αμυχές στο επιθήλιο και το ανοσοποιητικό σύστημα δεν λειτουργήσει καλά, θεωρούνται όμως σπανιότεροι τρόποι μετάδοσης. Το προφυλακτικό δεν παρέχει πλήρη προστασία από τον HPV, καθώς δεν καλύπτει πλήρως την πρωκτογεννητική περιοχή. Όμως η χρήση προφυλακτικού περιορίζει τον κίνδυνο μετάδοσης κατά 70%.

 

Άρα η μετάδοση του ιού μέσω κολπικής ή πρωκτικής σεξουαλικής επαφής χωρίς προφυλακτικό είναι πολύ πιθανή. Ενώ η πιθανότητα μετάδοσης μέσω κολπικής ή πρωκτικής επαφής με προφυλακτικό, στοματογεννητικής επαφής ή έντονης τριβής της γεννητικής χώρας με γεννητικά όργανα, μολυσμένα αντικείμενα (sex toys) ή δάχτυλα είναι μικρότερη. Μηδαμινή, τέλος, είναι η πιθανότητα μετάδοσης μέσω κοινής χρήσης πετσετών, από το κάθισμα μιας τουαλέτας όπως και από πόμολα, χειρολαβές, βρύσες κ.λπ. ή από κατοικίδια ζώα.

 

Στατιστικά ο ακριβής κίνδυνος μόλυνσης από σεξουαλικούς συντρόφους δεν είναι γνωστός, υπολογίζεται όμως περίπου 60%-65% σε ορισμένες μελέτες. Δηλαδή, εάν ένα άτομο παρουσιάζει αλλοιώσεις φλεγμονής από HPV και –με πολύ ευαίσθητες μεθόδους όπως η PCR– αναζητηθεί το DNA του ιού στους σεξουαλικούς του συντρόφους, θα βρούμε ότι έχει μολυνθεί ένα πολύ μεγάλο ποσοστό από αυτούς.

 

O χρόνος που μεσολαβεί από την επαφή με τον ιό μέχρι την εκδήλωσή του ποικίλλει από μερικούς μήνες μέχρι πολλά χρόνια. Από τη στιγμή που θα μεταδοθεί ο ιός σε υγιές άτομο, το άτομο αυτό θεωρείται φορέας του ιού. Φέρει δηλαδή τον ιό στα κύτταρά του, ακόμα και όταν δεν εμφανίζει συμπτώματα λοίμωξης. Αυτό σημαίνει ότι το άτομο μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να νοσήσει, ιδιαίτερα όταν το ανοσοποιητικό του σύστημα είναι «πεσμένο» και δεν θα μπορεί πια να αντισταθεί στην εκδήλωση του ιού.

 

Εάν η ανοσολογική απάντηση του οργανισμού είναι ισχυρή, δεν επιτρέπει στον ιό να χρησιμοποιήσει τον γενετικό μηχανισμό των ίδιων των κυττάρων μας για να αρχίσει να πολλαπλασιάζεται αυτόνομα. Στην περίπτωση αυτή, ο HPV πολλαπλασιάζεται παράλληλα με τις κυτταρικές διαιρέσεις και η μόλυνση λέγεται λανθάνουσα. Η μικρή ποσότητα των HPV δεν μπορεί να προκαλέσει φλεγμονή και δεν προκύπτουν αλλοιώσεις. Γι’ αυτό και η μολυσματικότητα ατόμων με λανθάνουσα μόλυνση αμφισβητείται έντονα.

 

Όπως γίνεται κατανοητό, εάν βρεθούν αλλοιώσεις στο ένα μέλος ενός ζευγαριού, υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα να έχει μολυνθεί το άλλο. Αυτό όμως δεν μπορεί πάντοτε να αποδειχθεί. Η αναζήτηση αντισωμάτων για τους HPV στο αίμα, όπως συμβαίνει με άλλες λοιμώξεις, δεν είναι αξιόπιστη, γιατί ο ιός αυτός δρα τοπικά.  Ο HPV δημιουργεί εστίες φλεγμονής στο γεννητικό σύστημα και αντιμετωπίζεται από τον οργανισμό κυρίως με μηχανισμούς κυτταρικής ανοσίας. Η χημική ανοσία (αντισώματα) παίζει δευτερεύοντα ρόλο στην παρεμπόδιση υποτροπής της συγκεκριμένης μόλυνσης, σε αντίθεση με άλλες ιώσεις. Ευτυχώς, η χημική ανοσία που δημιουργείται μετά από προληπτικό εμβολιασμό έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στη παρεμπόδιση της μόλυνσης. Αλλά δεν αρκεί μόνο αυτή. Αντισώματα από τους ιούς HPV δεν μπορούν να βρεθούν με τις συνήθεις τεχνικές ρουτίνας των εργαστηρίων σε όλους τους ασθενείς. Έτσι, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί αν πρόκειται για καινούργια ή παλιά μόλυνση.

 

Δεν είναι απολύτως βέβαιο, εάν ο ιός απλά καταστέλλεται ή αν παραμένει σε μικρές ποσότητες στα κύτταρά ή εξαφανίζεται εντελώς από το σώμα. Η πρώτη εκδοχή μοιάζει επικρατέστερη και επιβεβαιώνεται στα άτομα με σταθερή μονογαμική σχέση στα οποία υποτροπιάζουν οι αλλοιώσεις, όταν μετά από χρόνια υποστεί σοβαρή βλάβη ή καταστολή το ανοσοποιητικό τους σύστημα. Σε άτομα με υγιές ανοσοποιητικό σύστημα η ύπαρξη λανθάνουσας μόλυνσης δεν θεωρείται μεταδοτική.

 

Επιδημιολογικά στοιχεία

Το 1-2% των κονδυλωμάτων μπορεί να προκληθεί από τον ιό των κοινών μυρμηκιών. Εμφανίζονται σε παχύσαρκα άτομα και οι βλάβες είναι ασυμπτωματικές εκτός και αν ο ασθενής τις πειράξει. Η κληρονομικότητα δεν παίζει κανέναν λόγο σε αυτή τη νόσο, ωστόσο υπάρχει οικογενής προδιάθεση.

Οι γυναίκες με οξυτενή κονδυλώματα παρουσιάζουν αυξημένη επίπτωση λοίμωξης με HPV του τραχήλου της μήτρας και ενδοεπιθηλιακής νεοπλασίας.

 

Υπάρχει μια πολύ μικρή πιθανότητα μόλυνσης και μετάδοσης από HPV από μια μολυσμένη μητέρα στο νεογνό δια μέσου του κολπικού σωλήνα, στον τοκετό. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε εμφάνιση θηλωμάτων στον λάρυγγα του νεογνού. Η υποτροπιάζουσα νεογνική θηλωμάτωση, όπως λέγεται, είναι πολύ επικίνδυνη για τη ζωή του νεογνού. Η πιθανότητα όμως εμφάνισής της είναι πολύ μικρή και γι’ αυτό δεν συνιστάται υποχρεωτικά να γίνεται καισαρική τομή στις περιπτώσεις αυτές. Ιδιαίτερα στις γυναίκες στις οποίες οι αλλοιώσεις έχουν υποχωρήσει πριν από εξάμηνο και πλέον, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θεωρείται απίθανο. Βέβαια, με την επιλογή της καισαρικής τομής, κάθε ελάχιστη πιθανότητα εξαλείφεται.

 

 

Για να είστε πάντα καλά

 

Dr. Κυριάκος Τίγκας, M.D.
Χειρουργός Γυναικολόγος – Μαιευτήρας
Εξειδίκευση σε:
Ορμονική Αποκατάσταση με Φυσικές (Βιομιμητικές) Ορμόνες
Χειρουργική Γυναικολογική Ογκολογία, Χειρουργική Μαστού